Skip to main content

PDF

Εισαγωγικό σημείωμα

Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, λίγες μόλις ώρες αφότου ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν Μπαντρ Αλ-Μπουσαΐντι ανακοίνωνε ότι μια «συμφωνία [για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν] ήταν εφικτή» μετά από τρεις γύρους (νέων) διαπραγματεύσεων, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Στόχος των επιθέσεων δεν ήταν μόνο οι πυρηνικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις αλλά και η ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με δεδηλωμένο στόχο την ανατροπή του καθεστώτος. Καθώς πλησιάζουμε στη συμπλήρωση ενός μήνα από την έναρξη των εχθροπραξιών, ο πόλεμος δεν δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης, με την ακτίνα των επιθέσεων να διευρύνεται συνεχώς, πλέον και πέρα από τον Περσικό Κόλπο, ενώ έχει ανοίξει ένα παράλληλο μέτωπο στον Λίβανο και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ διαχέει τις επιπτώσεις της σύγκρουσης παγκοσμίως. Οι εξελίξεις, όπως είναι αναμενόμενο, εγείρουν το ενδιαφέρον και προκαλούν ανησυχία και για αυτόν τον λόγο είναι απαραίτητη μια ψύχραιμη και εμπεριστατωμένη αξιολόγησή τους.

Ο Ibn Khaldun, ο μεγάλος Άραβας ιστορικός και κοινωνιολόγος του Μεσαίωνα, προειδοποιούσε πριν από αιώνες για τον κίνδυνο της ανεξέταστης βεβαιότητας, τονίζοντας ότι «χρειάζεται κρίση και οξυδέρκεια για να ξεδιαλέξεις την κρυμμένη αλήθεια». Σε ένα περιβάλλον πληροφορίας κορεσμένο από αλληλοαναιρούμενες ανακοινώσεις, σχόλια και αφηγήσεις για το τι συμβαίνει στο Ιράν και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, η προτροπή αυτή παραμένει επίκαιρη. Η βαθύτερη γνώση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για την πληρέστερη δυνατή κατανόηση.

Η παρούσα συλλογή κειμένων εκπονήθηκε από ερευνητές του ΚΕΜΜΙΣ με ακριβώς αυτόν τον στόχο, να παράσχει δηλαδή βαθύτερη, τεκμηριωμένη γνώση σχετικά με το ιστορικό υπόβαθρο και δυναμικές που καθορίζουν τις επιλογές των πρωταγωνιστών. Περιλαμβάνει επτά κείμενα που εξετάζουν διαφορετικές όψεις στη βάση όμως μιας κοινής παραδοχής: αυτό που συμβαίνει στη Μέση Ανατολή σήμερα, δεν γεννήθηκε χθες. Η συλλογή αυτή δεν φιλοδοξεί να δώσει απαντήσεις για το τι θα ακολουθήσει. Φιλοδοξεί κάτι πιο σεμνό και ταυτόχρονα πιο απαιτητικό. Να εξοπλίσει τον αναγνώστη με τη γνώση που απαιτείται για να κατανοήσει τι συμβαίνει και τι μπορεί να συμβεί, πέρα από απλουστεύσεις και εντυπωσιασμούς.

Το πρώτο κείμενο της Σάρρας Ατζρούδ αποτελεί ουσιαστικά το αναγκαίο θεμέλιο για κάθε ανάλυση. Πριν κατανοήσουμε τι συμβαίνει στο Ιράν, πρέπει πρώτα να σκιαγραφήσουμε τη διάρθρωση του συστήματος εξουσίας. Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα κράτος με ισλαμικό προσανατολισμό. Είναι ένα μοναδικό θεοκρατικό σύστημα, βαθιά ριζωμένο στη σιιτική παράδοση, στο οποίο η εξουσία δεν ανήκει σε πρόσωπα αλλά σε θεσμούς. Με άξονα την αρχή του velayat-e faqih, ο Ανώτατος Ηγέτης, το Συμβούλιο των Επιτρόπων, η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων, οι Φρουροί της Επανάστασης, ο Πρόεδρος και το Κοινοβούλιο, όλοι συνδιαμορφώνουν μια «αυτοτροφοδοτούμενη υβριδική αρχιτεκτονική εξουσίας, της οποίας η εσωτερική λογική είναι συμπαγής και ανθεκτική».

Εντούτοις, όπως υπενθυμίζει η Άρτεμη Παπαδάκη στο δεύτερο κείμενο, το Ιράν δεν είναι ομοιογενές. Πάνω από το 40% του πληθυσμού ανήκει σε εθνοτικές μειονότητες -Αζέροι, Κούρδοι, Μπαλούχοι, Άραβες- με ιστορικές διεκδικήσεις που ουδέποτε αντιμετωπίστηκαν ουσιαστικά από το καθεστώς. Από τη δυναστεία των Σαφαβιδών ως την Επανάσταση του 1979 και τα κινήματα του 21ου αιώνα, οι μειονότητες αποτελούν σταθερό παράγοντα στις εσωτερικές εξελίξεις, άλλοτε ως σύμμαχοι του εθνικού αφηγήματος και άλλοτε ως φορείς αντίστασης. Συνεπώς, σε μια περίοδο κρίσης όπως η σημερινή, το ερώτημα για τη στάση των μειονοτήτων είναι κάθε άλλο παρά άνευ σημασίας.

Στη συνέχεια, η Αλεξάνδρα Βασιλού ανοίγει το πλαίσιο ανάλυσης. Το κείμενό της εξετάζει τον σιιτισμό όχι ως απλή θρησκεία, αλλά ως κοινωνικοπολιτική δύναμη εντός και εκτός Ιράν. Ο σιιτισμός τροφοδοτεί το αφήγημα της αντίστασης, νομιμοποιεί τη βία ως μαρτύριο και συνδέει το Ιράν με οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ και οι ιρακινές πολιτοφυλακές, διαμορφώνοντας ένα πλέγμα σχέσεων και επιρροών που είναι κάθε άλλο παρά μονολιθικό. Οι δογματικές διαφορές μεταξύ σημαινουσών προσωπικοτήτων του σιιτισμού, όπως ο Χομεϊνί, ο Φαντλάλα και ο Σιστάνι δείχνουν ότι ακόμα και εντός του σιιτικού κόσμου υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες που έχουν άμεσες συνέπειες στο πώς αντιδρούν οι διάφοροι σύμμαχοι του Ιράν.

Τα επόμενα τρία κείμενα προσθέτουν μια πιο διεθνοπολιτική οπτική. Η Ζακία Άκρα αναλύει τη δυναμική των σχέσεων του Ιράν με τα κράτη του Κόλπου που βρίσκονται στο επίκεντρο των ιρανικών αντιποίνων, σχέσεις που δεν μπορούν να περιγραφούν επαρκώς ούτε ως «συγκρουσιακές» ούτε ως «συνεργατικές». Η δομική αντιπαλότητα συνυπάρχει με την τακτική ευελιξία, σχηματίζοντας μια εύθραυστη ισορροπία που ομολογουμένως εισέρχεται πλέον σε αχαρτογράφητα ύδατα, στοιχείο που καθιστά τη σημερινή και μελλοντική στάση των χωρών της περιοχής ένα από τα πιο δύσκολα αινίγματα της σύγκρουσης.

Διευρύνοντας το πρίσμα, η Έλεν Σιρμάιστερ ιχνηλατεί την ιστορία των σχέσεων Ιράν-ΗΠΑ μέσα από τον φακό του πυρηνικού προγράμματος. Από την έναρξη του προγράμματος με τις αμερικανικές ευλογίες την περίοδο του Σάχη έως την υπογραφή της συμφωνίας το 2015 και την μονομερή αποχώρηση των ΗΠΑ το 2018 έχουν μεσολαβήσει πολλά. Κάθε στάδιο αυτής της πορείας άφησε αποτυπώματα και καθόρισε τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η ιρανική ηγεσία το πυρηνικό πρόγραμμα ως το ύστατο εργαλείο αποτροπής σε μια ταραγμένη και ταραχώδη σχέση με την υπερδύναμη και τους συμμάχους της στην περιοχή.

Την σκυτάλη παίρνει η Χριστίνα Φυτιλή που εξετάζει την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), έναν δρώντα που συχνά υποτιμάται στις αναλύσεις για τη Μέση Ανατολή. Η ΕΕ επένδυσε πολιτικό κεφάλαιο και διπλωματική ενέργεια στη συμφωνία για τα πυρηνικά του 2015 και προσπάθησε να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με την Τεχεράνη μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ. Η σημερινή κρίση αποκαλύπτει τα όρια αυτής της στρατηγικής, καθώς η ΕΕ αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά ένας οιονεί γεωπολιτικός δρώντας, που ωστόσο εξακολουθεί να αντιδρά μέσα από επιμέρους εθνικές πολιτικές και πρωτοβουλίες, χωρίς ουσιαστικό κοινό στρατηγικό όραμα, αν και το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας και το ενδεχόμενο νέων μεταναστευτικών ροών βρίσκονται στον πυρήνα της ανησυχίας της.

Τέλος, η Παναγιώτα Μπούκα στρέφει το βλέμμα στον άλλο πρωταγωνιστή της κρίσης, το Ισραήλ. Χαρτογραφεί το πολιτικό σύστημα του Ισραήλ, που παραδοσιακά στηρίζεται σε κυβερνήσεις συνασπισμού, αναδεικνύοντας τις εύθραυστες ισορροπίες εντός της παρούσας κυβέρνησης, μεταξύ δεξιών, υπερορθόδοξων και ακροδεξιών κομμάτων. Καταγράφει τη δεξιά στροφή της ισραηλινής πολιτικής όχι ως σύμπτωμα της κυριαρχίας του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, αλλά ως έκφρασή βαθύτερων κοινωνικών διεργασιών. Το γεγονός ότι η υποστήριξη των ισραηλινών πολιτών στις πολεμικές επιχειρήσεις φτάνει το 90% δείχνει ότι η ισραηλινή εξωτερική πολιτική δεν είναι απλώς απόφαση ενός ηγέτη, αλλά έκφραση μιας κοινωνίας που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ευρισκόμενη σε υπαρξιακή απειλή.

Εν είδει κατακλείδας, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι ένας πόλεμος που φιλοδοξεί να ξεκινήσει και να τελειώσει με μερικά αεροπορικά πλήγματα μπορεί να διαρκέσει λίγες ώρες. Ένας πόλεμος όμως που «χτίστηκε» με δεκαετίες αμοιβαίας καχυποψίας και διατυπώνεται ως υπαρξιακή απειλή δεν τελειώνει εύκολα, ακόμα κι αν σιγήσουν οι πύραυλοι και οι σειρήνες. Αυτό που συμβαίνει στη Μέση Ανατολή σήμερα είναι μια σύγκρουση όχι μόνο μεταξύ στρατών αλλά και ερμηνειών, για το ποιος έχει δικαίωμα στην ασφάλεια, για το πού τελειώνει η αποτροπή και πού αρχίζει η επιθετικότητα, για το τι σημαίνει νίκη όταν ο αντίπαλος προσδίδει νόημα και στην μη ήττα. Οι παραπάνω αναλύσεις αποσκοπούν σε κάτι που σπανίζει στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση: να αναστοχαστούν και να σκεφτούν αργά, σε έναν κόσμο που αποφασίζει γρήγορα.

Μαρίνα Ελευθεριάδου
Διευθύντρια Ερευνών ΚΕΜΜΙΣ