Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016 23:02

Σακκάς, Γιάννης Δ. Η Ελλάδα, το Κυπριακό και ο αραβικός κόσμος 1947-1974: Διπλωματία και στρατηγική στη Μεσόγειο την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, Αθήνα: Πατάκης, 2012

Γράφτηκε από Έλενα Τσιάπα

Για δεκαετίες μετά την ανεξαρτησία της και μέχρι τα τέλη σχεδόν του εικοστού αιώνα οι Μεγάλες Δυνάμεις ενέτασσαν την Ελλάδα στο στρατηγικό σχεδιασμό της Εγγύς Ανατολής, μιας περιοχής που απλωνόταν από τα Νότια Βαλκάνια μέχρι την ακτές του Λιβάνου και της Αιγύπτου. Κατά τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου έως το 1974, η Ελλάδα χειμαζόμενη από εσωτερικά προβλήματα κλήθηκε να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρά διλήμματα στο διπλωματικό πεδίο, κυρίως στις σχέσεις της με την Μεγάλη Βρετανία, την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, αλλά και με τις αραβικές χώρες. Οι πολιτικές πρακτικές των ελληνικών κυβερνήσεων τις δεκαετίες του '50 και '60 σχετικά με το Κυπριακό ζήτημα ήταν καθοριστικές για την τροπή των εξελίξεων και την επακόλουθη τουρκική εισβολή.

Ο Γιάννης Σακκάς, αναπληρωτής καθηγητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Μεσογείου στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, επιχειρεί μέσα από το βιβλίο του να περιγράψει τη θέση της Ελλάδας στον διεθνή χώρο με γνώμονα τις σχέσεις της Ελλάδας τόσο με τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου όσο και με τις Δυτικές Δυνάμεις. Αυτό που επισημαίνει από την αρχή ο συγγραφέας είναι το κενό της ελληνικής ιστοριογραφίας σχετικά με τη θέση της Ελλάδας στους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς της Ανατολικής Μεσογείου. Ουσιαστικά ο συγγραφέας παίρνει την σκυτάλη από εκεί που την άφησε ο Amikam Nachmani με το βιβλίο Ισραήλ, Τουρκία και Ελλάδα: Ταραγμένες σχέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο (Αθήνα: Παπαζήσης, 2003).

Στην ελληνική ιστοριογραφία της μεταπολεμικής περιόδου, οι περισσότεροι ερευνητές και ιστορικοί εστιάζουν, σύμφωνα με τον Γ. Σακκά, την προσοχή τους σε άλλα γεγονότα που αφορούν κυρίως στο εσωτερικό της χώρας, όπως για παράδειγμα ο εμφύλιος πόλεμος ή η δικτατορία των συνταγματαρχών. Σε ότι αφορά όμως την ελληνική εξωτερική πολιτική κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το ενδιαφέρον είναι περισσότερο στραμμένο στην ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ ή την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εστιάζοντας λιγότερο στις διπλωματικές σχέσεις της χώρας με τα αραβικά κράτη.

Πέρα όμως από την καταγραφή και την παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων, ο συγγραφέας θέτει μια προβληματική σχετικά με τα διλήμματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα, όσον αφορά την ένταξή της στο Δυτικό στρατόπεδο, το φόβο για την εξάπλωση του κομμουνισμού, τις σχέσεις της και τη φιλικά διακείμενη στάση της προς τις αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής, τη θέση της απέναντι στο Παλαιστινιακό ζήτημα, και, το κυριότερο, τις προσπάθειες για την επίλυση του Κυπριακού.

Στην αρχή του βιβλίου δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να εξοικειωθεί τόσο με το γεωπολιτικό χώρο της Μέσης Ανατολής, όσο και με τους αγώνες που έδωσαν οι αραβικές κοινωνίες ώστε να απαλλαγούν από τον αποικιοκρατικό ζυγό. Ένα άλλο ζήτημα που θίγεται αφορά στην προσπάθεια του Ισραήλ να εδραιωθεί ως κράτος και να κατοχυρώσει την ασφάλειά του στην περιοχή καθώς και στον αγώνα των Παλαιστίνιων να υπερασπιστούν τα δικαιώματα τους.

Το πρώτο δίλημμα εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας κατά τα πρώτα χρόνια μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και η ανάδειξη του Παλαιστινιακού ζητήματος. Η ελληνική πλευρά, αν και είχε δηλώσει ότι κατανοεί το «εβραϊκό πρόβλημα», ωστόσο δεν ήθελε να δυσαρεστήσει την Αίγυπτο και γενικότερα τα αραβικά κράτη. Γενικότερα, η Ελλάδα προτιμούσε να ακολουθεί μία μάλλον ασαφή διπλωματική γραμμή, προσπαθώντας να μην απολέσει τυχόν εύνοια που της διασφάλιζε η σχέση της με τη μια ή την άλλη πλευρά και κυρίως με τις ΗΠΑ. Για παράδειγμα, τάχτηκε στο πλευρό του ηγέτη της Αιγύπτου Γκαμάλ Αμπτέλ Νάσερ κατά την κρίση του Σουέζ, το 1956 αλλά έσπευσε στη συνέχεια να ασπασθεί το δόγμα Αϊζενχάουερ, που είχε σκοπό την ανάσχεση της φιλοσοβιετικής νασερικής επιρροής στη Μέση Ανατολή. Το ίδιο συνέβη και με τον αγώνα των λαών της Βορείου Αφρικής για αυτοδιάθεση όταν από τη μία δεν ήθελε να εναντιωθεί στη Γαλλία αλλά από την άλλη υποστήριζε τα αιτήματα της Αλγερίας, της Τυνησίας και του Μαρόκου για ανεξαρτησία προκειμένου να υπάρξει ευνοϊκή εξέλιξη και για το Κυπριακό.

Η εξήγηση που δίνει ο συγγραφέας για τη φιλική στάση της Ελλάδας προς τον αραβικό κόσμο βασίζεται σε δύο παραμέτρους. Πρώτον, προσέβλεπε στη στήριξη των αραβικών κρατών για το Κυπριακό στον ΟΗΕ και δεύτερον, η οικονομική ανάπτυξη εξαρτώταν από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Σε ότι αφορά το Κυπριακό, η ελληνική κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει την, τότε ισχυρή, Μεγάλη Βρετανία. Η Βρετανία ασκώντας μια πολιτική του "divide et impera" προσπαθούσε να μετατρέψει το Κυπριακό από πρόβλημα αντιαποικιακού αγώνα σε ελληνοτουρκική διαφορά με σοβαρές συνέπειες και για τις δύο πλευρές αλλά και για την ίδια την Κύπρο. Απέναντι σε αυτήν την αγγλική πολιτική θεωρήθηκε πολύτιμη η υποστήριξη των ελληνικών θέσεων με τις ψήφους των αραβικών κρατών στον ΟΗΕ

Οι σχέσεις της Ελλάδας στα χρόνια της δικτατορίας με το δυτικό στρατόπεδο -τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ- δε φάνηκε να φθείρεται. Και αυτό λόγω της αντικομμουνιστικής στάσης των Συνταγματαρχών και της ταύτισης των εθνικών συμφερόντων με εκείνα της δυτικής συμμαχίας. Επιπλέον, η φιλική προς τους Άραβες εξωτερική πολιτική δεν διαταράχθηκε κατά τη διάρκεια των δικτατορικών κυβερνήσεων μιας και η ανάγκη για προμήθεια πετρελαίου παρέμενε ιδιαιτέρως επιτακτική. Η φιλοαραβική πολιτική δεν άλλαξε ούτε μετά τους αραβο-ισραηλινούς πολέμους των Έξι Ημερών, το 1967 και του Γιομ Κιπούρ, το 1973, οι οποίοι όχι μόνο σταθεροποίησαν το Ισραήλ αλλά το ανέδειξαν και σε περιφερειακή δύναμη στη Μέση Ανατολή. Ούτε η έντονη και άμεση παρέμβαση των ΗΠΑ στην περιοχή υπέρ του Ισραήλ, στη δεκαετία του 1970, δεν άλλαξε την ελληνική θέση.

Αυτό που επισημαίνει ο Γ. Σακκάς στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου σχετικά με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, είναι, πέρα από το δραματικό και τραγικό χαρακτήρα των γεγονότων, η παρασκηνιακή συνεργασία μεταξύ του αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών, των πρεσβειών και των μυστικών υπηρεσιών, της χούντας στην Ελλάδα, του Μακαρίου στην Κύπρο, της Τουρκίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας που βασίστηκαν στην παραπάνω παρασκηνιακή συνεργασία είναι πολλές και το γεγονός ότι υπάρχει έλλειψη ή απόκρυψη πηγών και εγγράφων τόσο από την Ελλάδα και από την Τουρκία αλλά και από τις ΗΠΑ, συντηρεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τη συνωμοσιολογικές θεωρήσεις των πραγμάτων.

Το βασικό συμπέρασμα του συγγραφέα, είναι ότι η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν προσκολλημένη στη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ και ότι φιλο-αραβική στάση της Ελλάδας δεν αποτελούσε μια σαφή και σημαντική απόκλιση από την δυτική πολιτική στην περιοχή. Άλλωστε ούτε η αμερικανική πολιτική ήταν αποφασιστικά φιλο-ισραηλινή πριν το 1967. Σε κάθε περίπτωση, όπως με ενάργεια αποδεικνύει το βιβλίο, η φιλο-αραβική πολιτική δεν φάνηκε να αποδίδει τελικά τα αποτελέσματα που προσδοκούσαν οι ελληνικές κυβερνήσεις της μεταπολεμικής περιόδου μέχρι και την εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Εν κατακλείδι το βιβλίο του Γιάννη Σακκά αποτελεί μια καλογραμμένη και άρτια διαρθρωμένη μελέτη που αντλεί από ένα μεγάλο αριθμό πρωτογενών και δευτερογενών πηγών. Αυτό όμως που το καθιστά ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στην μελέτη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και του βασικού θέματός της, του Κυπριακού, είναι ότι συνδέει εύστοχα την πολιτική της Ελλάδας στο Κυπριακό με τον φυσικό γεωπολιτικό της χώρο, την Ανατολική Μεσόγειο. Ελπίζουμε ότι το βιβλίο του Γ. Σακκά θα αποτελέσει το έναυσμα για περισσότερη επιστημονική έρευνα στο αντικείμενο αυτό και για την κατανόηση ότι τα τεκταινόμενα στο Τελ Αβίβ και το Κάιρο είναι το ίδιο σημαντικά για τη διεθνή θέση της χώρας όσο και τα τεκταινόμενα στη Χάγη, την Πράγα ή το Βουκουρέστι.